Ποιήματα από γυναίκες δημιουργούς

Ποιήματα από γυναίκες δημιουργούς

 

1 Από τις αρχές του 20ου αιώνα η φεμινιστική συνειδητοποίηση των γυναικών προκάλεσε ένταση στις σχέσεις των φύλων  ακόμα και στους κύκλους των αριστερών, γιατί  οι γυναίκες περίμεναν ότι θα έβρισκαν στην συντροφικότητα μια νέα ισότιμη  σχεση.

 Το 1906 η Έθελ Σνόουντον αριστερή αγωνίστρια εκφράζει την  βαθιά κραυγή  χιλιάδων γυναικών με το ποίημα                                                                                    ΄Ω  νάμαι μόνη

Μακριά απόσα έχω κάνει

Κιόλα όσα μένουνε να κάνω

Μακριά-ναι κι από σένα αγάπη ακόμη

Αγάπη μου μοναδική, και νάμαι                      

Ελεύθερη και μόνη.                        

Η γλυκιά φωτιά

  Το καταφύγιο της καρδιάς σου, αγαπημένε

 

Πληγώνουν όντας πάντα εδώ

Θέλω στα πόδια να σταθώ,

Τα μάτια στον αέρα να δροσίσω

Να δω τι βάρη μπορώ η ίδια να κρατήσω

Να προσπαθήσω, να γνωρίσω

Να μάθω και να μεγαλώσω!

 

Τώρα είμαι εσύ

Είμαι δικιά σου, τμήμα σου, η γυναίκα σου

Κι άλλη ζωή δεν έχω.

Ν α σκεφτώ μόνη ή να πράξω δεν μπορώ

Και το χειρότερο: με τα φιλιά σου

Αρχίζει να μ αρέσει εδώ.

 

 

 

Κική Δημουλά, «Σημείο αναγνωρίσεως                                                                              (Άγαλμα γυναίκας με δεμένα τα χέρια)

  • Όλοι σε λένε κατευθείαν άγαλμα,
  • εγώ σε προσφωνώ γυναίκα κατευθείαν.
  • Στολίζεις κάποιο πάρκο./ Από μακριά εξαπατάς.
  • Θαρρεί κανείς πως έχεις ελαφρά ανακαθίσει
  • να θυμηθείς ένα ωραίο όνειρο που είδες,
  • πως παίρνεις φόρα να το ζήσεις.
  • Από κοντά ξεκαθαρίζει τ’ όνειρο:
  • δεμένα είναι πισθάγκωνα τα χέρια σου
  • μ’ ένα σχοινί μαρμάρινο
  • κ’ η στάση σου είναι η θέλησή σου
  • κάτι να σε βοηθήσει να ξεφύγεις
  • την αγωνία του αιχμαλώτου.
  • Έτσι σε παραγγείλανε στο γλύπτη: αιχμάλωτη.
  • Δεν μπορείς/ ούτε μια βροχή να ζυγίσεις στο χέρι σου,
  • ούτε μια ελαφριά μαργαρίτα.
  • Δεμένα είναι τα χέρια σου. (…)
  • Όλοι σε λένε κατευθείαν άγαλμα
  • εγώ σε προσφωνώ γυναίκα αμέσως.
  • Όχι γιατί γυναίκα σε παρέδωσε
  • στο μάρμαρο ο γλύπτης/ κι υπόσχονται οι γοφοί σου
  • ευγονία αγαλμάτων,/ καλή σοδειά ακινησίας.
  • Για τα δεμένα χέρια σου, που έχεις
  • όσους πολλούς αιώνες σε γνωρίζω,/ σε λέω γυναίκα.Σε λέω γυναίκα/ γιατί είσαι αιχμάλωτη.

 

 

Eυτυχία Παναγιώτου          

            Η απόπειρα της ελευθερίας

 

Με τρύπιο το σώμα, το φιτίλι να τρέμει,

το ποίημα πυροτεχνουργός. 

 

Μαύρες τολύπες το ξετίναξαν. Οι Μοίρες

παίζανε γεμάτο ζάρι

―Αλγερία, Τυνησία, Αίγυπτο―

την τύφλα τους λευκό κουτσό.

Λέγαν, θα πάμε από πνιγμό.

 

Mα μόνο οι λέξεις κατρακύλησαν.

Τα παιδικά σου μάτια γνωρίζουν

μια έκρηξη. Τον πυρετό

που ανέβαινε

των πεθαμένων.

 

Ακούς από κάτω

το γδαρμένο γυαλί―

 

 

[από το βιβλίο Χορευτές, Κέδρος, Αθήνα 2014, σ. 37]

 

 

Tο ποίημα «Οι υφάντρες»  αναφέρεται στη βία (βιασμούς, δολοφονίες) εις βάρος νέων γυναικών στην πόλη Χουάρες του Μεξικού (από τη δεκαετία του 90 έως σήμερα). Η πόλη είναι γνωστή πια και ως «Πόλη των γυναικών» (ειρωνικός τίτλος). Ροζ σταυροί υποδέχονται τους επισκέπτες της, δεν αποτελεί ποιητική μεταφορά. 

 Οι υφάντρες                                                                

                             

Παγιδεύτηκαν σ’ ένα κακόφημο ποίημα.

Τα μαλλιά τους αλωνίζουν κυνηγοί κεφαλών.

Και στο στόμα λεπίδι, η ποινή στον αγρότη,

πνιγαλίων κι ο φόβος, χρηματίζει σαν φίλος.

 

Την ηχώ τους φιμώνει ο Φωνομέτρης χαφιές.

Ήχοι είναι, θα πούνε· δεν ακούγονται όλοι.

Τα παράθυρα κλείνουν και οι πόρτες κλειδώνουν

και ο τάφος πλευρίζει τον τυχαίο διαβάτη.

  

Μόνο η τραγωδός η σοπράνο

τον κουρέα αγγέλλει εφιάλτη.

Το χέρι υφάντρας θα υψώνει,

που το νέο της σώμα διασχίζει

ο ροζ σατράπης σταυρός.

 

Στου Μεχίκο τ’ αφιόνι, ερημιά και αλάνες.

Είναι βρόχι ο σπόρος, το λαρύγγι τους σφίγγει.

Λαναρίζονται νύφες και στο μάτι μπαμπάκι.

Στη φωνή σου η άμετρη θλίψη. Κι ο Μπαχ.

                                                        

 

από το βιβλίο Χορευτές, Κέδρος 2014

 

Τζένη Μαστοράκη

23/04/2007

Τα κελάρια – Les celliers

Τα σπίτια που έφτιαχναν άλλοτε, έμεναν κούφια από κάτω, και τους χώρους εκείνους τούς έλεγαν τότε «κελάρι». Εκεί μέσα φυλάγονταν διάφορα πράγματα: παλαιός ρουχισμός, υποδήματα, τιμαλφή και ωραία γυαλιά, παγερά νυφικά και λευκώματα, υπολείμματα επίπλων με δύσκολο όνομα και, συχνά, κάποια πρόσωπα που πολύ αγαπήθηκαν.

Στην περίπτωση αυτή, τα φιλούσαν σφιχτά και τα κλείδωναν, και αμέσως μετά χτίζαν όλες τις πόρτες, για να μην τις ανοίξουν και φύγουν.

Και καθώς δεν υπήρχε διέξοδος, και οι τοίχοι γερά μαγκωμένοι, εκρατούσαν καλά των παλιών οι αγάπες, και τις νόμιζαν όλοι γι’ αθάνατες.

 

 Κατερίνα Γώγου η ασυμβίβαστη των Εξαρχείων

 

 

 

 

 

 

Θα ‘ρθεί καιρός που θ’ αλλάξουν τα πράματα.
Να το θυμάσαι Μαρία.
Θυμάσαι Μαρία στα διαλείμματα εκείνο το παιχνίδι
που τρέχαμε κρατώντας τη σκυτάλη
– μη βλέπεις εμένα – μην κλαις. Εσύ είσ’ η ελπίδα
άκου θάρθει καιρός
που τα παιδιά θα διαλέγουνε γονιούς
δε θα βγαίνουν στην τύχη
Δε θα υπάρχουν πόρτες κλειστές
με γερμένους απέξω
Και τη δουλειά
θα τη διαλέγουμε
δε θά `μαστε άλογα να μας κοιτάνε στα δόντια.
Οι άνθρωποι – σκέψου! – θα μιλάνε με χρώματα
κι άλλοι με νότες
Να φυλάξεις μοναχά
σε μια μεγάλη φιάλη με νερό
λέξεις κι έννοιες σαν κι αυτές
απροσάρμοστοι καταπίεση μοναξιά τιμή κέρδος εξευτελισμός
για το μάθημα της ιστορίας.
Είναι Μαρία – δε θέλω να λέω ψέματα –
δύσκολοι καιροί.
Και θάρθουνε κι άλλοι.
Δεν ξέρω – μην περιμένεις κι από μένα πολλά –
τόσα έζησα τόσα έμαθα τόσα λέω
κι απ’ όσα διάβασα ένα κρατάω καλά:
«Σημασία έχει να παραμένεις άνθρωπος».
Θα την αλλάξουμε τη ζωή
παρ’ όλα αυτά Μαρία.

 

Μαρίκα Πολυδούρη  γράφει στο τελευταίο γράμμα πριν την αυτοκτονία:

<<Ἐγώ, θἄθελα νὰ ζήσω σὲ κάποιαν ἄλλην ἐποχή. …..>> 

 [Μ᾿ ΕΝΑΝ ΠΑΛΜΟ ΒΑΡΥ…]

Μ᾿ ἕναν παλμὸ βαρὺ – σεισμὸς μοῦ συγκλονεῖ τὰ στήθια.
ὅταν προβάλλης, Ἄνοιξη, πάντα σὲ χαιρετίζω.
Εἶναι καὶ θλίψη καὶ χαρὰ γιατί ἀπὸ σένα ἀλήθεια
ὅ,τι καλό, κακὸ κι᾿ ἂν κλῆ ἡ ζωή μου τὸ γνωρίζω.

Τὸ ἴδιο ποτήρι μοῦ κερνᾶ τὴν πίκρα καὶ τὴν ἡδονή.
Ὅταν τὴ μία συναπαντῶ κ᾿ ἡ ἄλλη δὲν ἀπολείπει.
Ὅμοιος βαρὺς ἕνας παλμὸς βαθιὰ τὰ στήθη μου δονεῖ
κ᾿ ἔφτασε νὰ μὴν ξέρω πιὰ τί ᾿ναι χαρά, τί λύπη…

Aγγελάκη Ρουκ     

Επειδή με τη δική μου γλώσσα
δεν μπορώ να σ’ αγγίξω
μεταγλωττίζω το πάθος μου.
Δεν μπορώ να σε μεταλάβω
και σε μετουσιώνω,
δεν μπορώ να σε ξεντύσω
έτσι σε ντύνω μ’ αλλόφωνη φαντασία.
Στα φτερά σου από κάτω
δεν μπορώ να κουρνιάσω
γι’ αυτό γύρω σου πετάω
και του λεξικού σου γυρνάω τις σελίδες.
Πώς απογυμνώνεσαι θέλω να μάθω
πώς ξανοίγεσαι
γι’ αυτό μες στις γραμμές σου
ψάχνω συνήθειες
τα φρούτα π’ αγαπάς
μυρουδιές που προτιμάς
κορίτσια που ξεφυλλίζεις.
Τα σημάδια σου ποτέ μου δεν θα δω γυμνά
εργάζομαι λοιπόν σκληρά πάνω στα επίθετα σου
για να τ’ απαγγείλω σ’ αλλόθρησκη λαλιά.
Πάλιωσε όμως η δική μου ιστορία
κανένα ράφι δεν στολίζει ο τόμος μου
και τώρα εσένα φαντάζομαι με δέρμα σπάνιο
ολόδετο σε ξένη βιβλιοθήκη.
Επειδή δεν έπρεπε ποτέ
ν’ αφεθώ στην ασυδοσία της νοσταλγίας
και να γράψω αυτό το ποίημα
τον γκρίζο ουρανό διαβάζω
σε ηλιόλουστη μετάφραση.

Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ
Ρόδος, 16/3/02

 

 «ΜΟΝΑΞΙΑ»:1956(17 χρονών)
Αν ενώσεις το βροχόνερο με το δάκρυ σου
το γέλιο σου με τον ήλιο
το σίφουνα, τον αγέρα με την ξεσηκωμένη αγανάκτησή σου.

Αν κλάψεις για τα παιδάκια με τις ρόδινες ανταύγειες
του δειλινού στο πρόσωπο, που πλαγιάζουν
με τα χεριά αδειανά, με τα πόδια γυμνά
θα βρεις τη μοναξιά σου.

Αν σκύψεις στους συνανθρώπους σου
μες στα αδιάφορα μάτια τους θα ‘ναι γραμμένη
απελπιστική, ολοκληρωτική η μοναξιά σου.

Κι αν πάλι τους δείξεις το δρόμο της δύναμης
και τους ξεφωνίσεις να πιστέψουν μόνο τον εαυτό τους
θα τους δώσεις μια πίκρα παραπάνω
γιατί δε θα το μπορούν, θα ‘ναι βαρύ γι’ αυτούς
και θα ‘ναι πάλι η μοναξιά σου.

Αν φωνάξεις την αγάπη σου
θα ‘ρθει πίσω άδεια, κούφια, η ίδια σου η φωνή
γιατί δεν είχε το κουράγιο να περάσει όλες
τις σφαλισμένες πόρτες, όλα τα κουρασμένα βήματα
όλους τους λασπωμένους δρόμους.
Θα γυρίσει πίσω η φωνή που την έστειλες τρεμάμενη
λαχταριστή, με άλλα λόγια που δεν την είχες προστάξει εσύ
τα λόγια της μοναξιάς σου.

Θεέ μου, τι θα γίνουμε;
Πώς θα πορευτούμε;
Πώς θα πιστέψουμε; Πώς θα ξεγελαστούμε;
Μ’ αυτή την αλλόκοτη φυγή των πραγμάτων
των ψυχών από δίπλα μας;

Ένας δρόμος υπάρχει, ένας τρόπος.
Μια θα ‘ναι η Νίκη:
αν πιστέψουμε, αν γίνουμε, αν πορευτούμε.
Μόνοι μας.

Φθινόπωρο 1956

Αθηνά Παπαδάκη

Σιδέρωμα

καταβροχθίζει το τραγούδι μου.
Σχεδόν με πιάνει πανικός.
Ψάχνω να βρω ένα όνομα για τους γυμνούς μου αγκώνες

Σύννεφα σε σχήματα μυαλού
κωπηλατούν στο καθαρό τζάμι
καθώς το γαλάζιο ορθώνεται
σιδερώνω
εξατμίζοντας ριπιδωτά ένα νωπό πουκάμισο.

Η τάξη των πραγμάτων μ’ απωθεί.

Βαριά μια άγκυρα μ’ ονομάζει βυθό, άρα είμ’ αναγκαία.

Ωστόσο
διαστέλλομαι προς τη λιποταξία λες και δεν πέρασα
ποτέ απ’ τις γραμμές των Κρίνων.
Ετούτος, να, ετούτος
ο πλανήτης μας με τις πολύτιμες ανάγκες!
Τι αντοχή για να μην υποκύψω σ’ έντιμη νοικοκυρά.

Χρόνια τώρα
το καλάθι της μπουγάδας
με τα ρούχα σαν κουλουριασμένα αρνιά
μ’ αρπάζει

 

Καθώς
το έπιπλο σιωπηλό
κοιτάζει προς τη θάλασσα
και το ακουμπώ,
η σκόνη του στα δάχτυλά μου είναι μία μεγάλη συντροφιά.

Αγγελική Ελευθερίου

Από τις  «ΩΔΙΝΕΣ», Κέδρος, 1983

`Το τελευταίο της τσιγάρο
το ‘πνιξε μες στη χούφτα της
ύστερα φύσηξε τα πούπουλα
απ΄ το ανοιχτό παράθυρο
και πέταξε η ψυχή της

*
Κάποτε θα ‘πρεπε αυτή η ιστορία να τελειώνει
μαζί ή μόνη
μαζί
μόνη
όχι μαζί
και ξανά μόνη
να μείνει ή να φύγει
να μείνει
να φύγει
να μείνει να
να φύγει πάλι
Στο τέλος αποφάσισε
ό,τι ήταν από αρχής συντελεσμένο
μαζί
να μείνει μόνη
μαζί να φύγει
μόνη
Πες μου μια ιστορία χωρίς τέλος

*
Μια κλαίουσα ιτιά
Μπροστά στη θάλασσα
Χαμογελάει
Θα σ’ τη χαρίσω

*
Ένα πλυντήριο ζητούσε
«η ποιήτρια»
Όμως δεν είχε τα λεφτά
Έριξε τότε ένα άδειο σακούλι στον ώμο
Και βρήκε ένα ποτάμι

*

Και να ‘ναι όλη σου ζωή
Εκείνη η φωτογραφία –όλη κι όλη-
Παραμονή του Γάμου σου
Κι εκείνη η άλλη
Που δεν τραβήχτηκε ποτέ

`

Μαργαρίτα Γέρου

 ΟΡΑΤΟΡΙΟ

Τι είπατε;΄

Πάλι μάθημα;

Τι μάθατε;

Το εμπεδώσατε;

Το εφαρμόσατε;

 

Κάποιοι ξέμπαρκοι σ ένα λιμάνι

Θα τους πάρει το κύμα,

Δεν τολμώ

Μόνο λόγια.

Κάποιοι ξέμπαρκοι στο δρόμο

,δεν τολμώ

Μόνο λόγια.

Πόσες φορές λέμε: δεν έκανα κακό σε κανένα.

Μήπως κάναμε και σε κανέναν καλό;

 

Και κάνουμε μια εξαίρεση και κλείνουμε μέσα από στίχους  του Οδυσσέα Ελύτη (Από  Μαρία Νεφέλη)

Η  Μαρία Νεφέλη αναμφισβήτητα

Είναι κορίτσι οξύ

Αληθινή απειλή του μέλλοντος

                              

Η Μαρία Νεφέλη πάει μπροστά

Λυτρωμένη από την απεχθή έννοια του αιώνιου κύκλου

 

Η  Μαρία Ν εφέλη  ζει στους αντίποδες της ηθικής

Είναι όλο ήθος.

 

ΧΑΡΤΑΕΤΟΣ

Κι όμως ήμουν πλασμένη για χαρταετός

Τα ύψη μου άρεσαν  ακόμη και όταν

Έμενα στο προσκέφαλο μου μπρούμητα τιμωρημένη

Ώρες και ώρες

Ένιωθα το δωμάτιο μου ανέβαινε

Δεν ονειρευόμουν-ανέβαινε

Φοβόμουνα και μου άρεσε

Ήταν εκείνο που έβλεπα πώς να το πω

Κάτι σαν την ανάμνηση του μέλοντος.

 

Advertisements

Posted on Δευτέρα, 20 Μαρτίου 2017, in Uncategorized. Bookmark the permalink. Σχολιάστε.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: